αναλύω


αναλύω
αναλύω, ανέλυσα (σπάν. ανάλυσα) βλ. πίν. 5

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀναλύω — cause to wander pres subj act 1st sg (epic) ἀναλύω cause to wander pres ind act 1st sg (epic) ἀναλύ̱ω , ἀναλύω cause to wander pres subj act 1st sg ἀναλύ̱ω , ἀναλύω cause to wander pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αναλύω — (Α ἀναλύω) 1. χωρίζω κάτι σύνθετο στα συστατικά του στοιχεία 2. διαλύω σώμα στερεάς μορφής, λειώνω (στα αρχ. στην παθ.) 3. ερευνώ, εξετάζω αναλυτικά, διερευνώ, λεπτολογώ 4. εκτυλίσσω, ξετυλίγω (στα αρχ. στη μέσ.) 5. (στη Λογική) αναλύω συλλογισμό …   Dictionary of Greek

  • αναλύω — [аналио] р. разбирать, анализировать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αναλύω — ανάλυσα και ανέλυσα, λύθηκα, λυμένος 1. κάνω ανάλυση (βλ. λ.). 2. διαλύω, αποσυνθέτω: Έβαλε το μέλι στη φωτιά για να αναλυθεί. 3. αναπτύσσω πλατιά κάτι: Στη μακρά ομιλία του ανάλυσε τους λόγους για τους οποίους επιβάλλεται η ριζική αναδιοργάνωση… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀναλύῃ — ἀναλύω cause to wander aor subj pass 2nd sg (epic) ἀναλύω cause to wander pres subj mp 2nd sg (epic) ἀναλύω cause to wander pres ind mp 2nd sg (epic) ἀναλύω cause to wander pres subj act 3rd sg (epic) ἀναλύ̱ῃ , ἀναλύω cause to wander pres subj mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλύετε — ἀναλύω cause to wander pres imperat act 2nd pl (epic) ἀναλύω cause to wander pres ind act 2nd pl (epic) ἀναλύ̱ετε , ἀναλύω cause to wander pres imperat act 2nd pl ἀναλύ̱ετε , ἀναλύω cause to wander pres ind act 2nd pl ἀναλύω cause to wander… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλλύει — ἀναλύω cause to wander pres ind mp 2nd sg (epic) ἀναλύω cause to wander pres ind act 3rd sg (epic) ἀλλύ̱ει , ἀναλύω cause to wander pres ind mp 2nd sg ἀλλύ̱ει , ἀναλύω cause to wander pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλλύεσκον — ἀναλύω cause to wander imperf ind act 3rd pl (epic ionic) ἀναλύω cause to wander imperf ind act 1st sg (epic ionic) ἀλλύ̱εσκον , ἀναλύω cause to wander imperf ind act 3rd pl (epic ionic) ἀλλύ̱εσκον , ἀναλύω cause to wander imperf ind act 1st sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλυομένων — ἀναλύω cause to wander pres part mp fem gen pl (epic) ἀναλύω cause to wander pres part mp masc/neut gen pl (epic) ἀναλῡομένων , ἀναλύω cause to wander pres part mp fem gen pl ἀναλῡομένων , ἀναλύω cause to wander pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλυόμεθα — ἀναλύω cause to wander pres ind mp 1st pl (epic) ἀναλῡόμεθα , ἀναλύω cause to wander pres ind mp 1st pl ἀναλύω cause to wander imperf ind mp 1st pl (epic) ἀναλῡόμεθα , ἀναλύω cause to wander imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)